30/10/2026
Η κρατική ευθύνη, η ιδιωτική τσέπη και η κυβερνητική αδιαφορία για τα σπασμένα και τον λογαριασμό:
Ακούμε συχνά για τα λεγόμενα «πρόστιμα» που η Κυπριακή Δημοκρατία υποχρεούται να καταβάλλει στην Ευρωπαϊκή Ένωση για διάφορους λόγους.
Ωστόσο, για κάποιον περίεργο λόγο, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν φαίνεται να έχει ιδιαίτερα σημαντικές οικονομικές οφειλές ως αποτέλεσμα παραβιάσεων των ευρωπαϊκών της υποχρεώσεων.
Ένα από τα πλέον καυτά ζητήματα που σχετίζονται με το συγκεκριμένο θέμα είναι αυτό των εκπομπών ρύπων, και ειδικότερα των αερίων του θερμοκηπίου και του διοξειδίου του άνθρακα.
Στην περίπτωση αυτή, όμως, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική. Η Κύπρος καταβάλλει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ, όχι εξαιτίας κάποιας αναπόφευκτης κατάστασης, αλλά ως αποτέλεσμα της διαχρονικής κυβερνητικής ανοχής, της αδράνειας και της αδιαφορίας.
Επειδή η Κύπρος εξακολουθεί να βασίζεται σε συμβατικά καύσιμα, κυρίως στο μαζούτ, για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και έχει καθυστερήσει σημαντικά τη μετάβασή της στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), προκύπτει εκ του νόμου η υποχρέωση αγοράς των συγκεκριμένων δικαιωμάτων.
Το συνολικό κόστος αυτής της διαχρονικής αδράνειας, σύμφωνα με στοιχεία που αποδίδονται σε επίσημες εκθέσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας και του Υπουργείου Ενέργειας, ανέρχεται περίπου στα 570 εκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 2017–2022, με την οικονομική επιβάρυνση να συνεχίζεται και τα επόμενα χρόνια.
Το κόστος αυτό έχει αυξηθεί δραματικά, καθώς η τιμή των δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα έχει παρουσιάσει σημαντική άνοδο. Ενδεικτικά, το ετήσιο κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων έχει φτάσει, σύμφωνα με σχετικές εκτιμήσεις, στα 250 έως 300 εκατομμύρια ευρώ.
Ποιος, όμως, πληρώνει τελικά αυτό το ποσό;
Η απάντηση είναι απλή: ο πολίτης, δηλαδή εσύ!
Το κόστος αυτό δεν απορροφάται από το κράτος, αλλά μετακυλίεται στους καταναλωτές και ενσωματώνεται στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ), μέσω της «Χρέωσης για Δικαιώματα Εκπομπών Θερμοκηπιακών Αερίων» ή της αναπροσαρμογης καυσίμων.
Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που συμβάλλουν στο ιδιαίτερα υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο, το οποίο επιβαρύνει καθημερινά τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Το ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο οικονομικό ή πολιτικό. Εγείρει και σοβαρότατα νομικά ερωτήματα, τα οποία οφείλουν να απασχολήσουν τόσο τους πολίτες όσο και τα οργανωμένα σύνολα.
Η διαχρονική κρατική αδράνεια και αδιαφορία θέτουν ζήτημα ενδεχόμενης νομικής ευθύνης του κράτους και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, πιθανής θεμελίωσης αγώγιμων αξιώσεων.
Είναι, επομένως, αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσον οι παραλείψεις των αρμόδιων κρατικών οργάνων, ιδίως όταν αυτές είναι διαχρονικές, προβλέψιμες και οικονομικά επιζήμιες, μπορούν να στοιχειοθετήσουν ευθύνη για τη ζημία που τελικά επωμίζονται οι πολίτες.
Διότι, για ακόμη μία φορά, το οικονομικό βάρος των πολιτικών αποφάσεων και παραλείψεων μεταφέρεται στον απλό πολίτη και όχι σε εκείνους που ενδεχομένως φέρουν την ευθύνη για τη δημιουργία ή τη διαιώνιση του προβλήματος.
Μήπως, τελικά, θα έπρεπε οι ίδιοι οι υπεύθυνοι να πληρώνουν τα σπασμένα;
Μήπως η προσωπική λογοδοσία όσων λαμβάνουν αποφάσεις ή παραλείπουν να ενεργήσουν, ενώ έχουν σχετική υποχρέωση, θα αποτελούσε έναν πραγματικό αποτρεπτικό παράγοντα απέναντι στην κρατική αδράνεια;
Ίσως μόνο τότε η συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του κράτους, η έγκαιρη λήψη αποφάσεων και η προστασία του δημόσιου συμφέροντος να έπαυαν να αποτελούν απλές πολιτικές διακηρύξεις και να μετατρέπονταν σε ουσιαστική υποχρέωση.
Γιατί, σε τελική ανάλυση, η κρατική αδιαφορία δεν μπορεί να αποτελεί διαρκώς ιδιωτικό λογαριασμό για τον πολίτη.
Τροφή για σκέψη.